Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

«Εάν μισούνται αναμεσό τους δεν τους πρέπει λευτεριά» (2)

 
...Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.

...Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι...

...Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια...

...εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα...

...Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος...

..Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια...
Ο λόγος του Κολοκοτρώνη στην Πνύκα
Ύμνος εις την Ελευθερία
Η γλώσσα μου είναι 3.500 ετών

1 σχόλιο:

Professor Moriarty είπε...

“Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ εἴμεθα εἰς τέτοια κατάστάση, ἐξ αἰτίας τῆς διχονοίας, μᾶς ἔπεσε ἡ Τουρκιὰ ἐπάνω μας καὶ κοντέψαμε να χαθοῦμε, καὶ εἰς τοὺς στερνοὺς ἑπτὰ χρόνους δὲν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.”
(Θ. Κολοκοτρώνης, Ομιλία στην Πνύκα)

“Ὅταν τὸ διαβάσετε ὅλο, ἀρχὴ καὶ τέλος, τότε νὰ κάμετε τὴν κρίση γιὰ ὅσους φέραν δυστυχήματα εἰς τὴν πατρίδα καὶ ἐμφύλιους πολέμους διὰ τὰ ἀτομικὰ τοὺς νιτερέσια καὶ τὴν ῾διοτέλειά τους καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἔπαθε καὶ παθαίνει ὡς σήμερον ἡ δυστυχισμένη πατρίδα καὶ οἱ τίμιοι ἀγωνισταί....Ἤμασταν φτωχοί, ἐγίναμεν πλούσιοι. Ἦταν ὁ Κιαμίλμπεγης ἐδῶ εἰς τὴν Πελοπόννησο καὶ οἱ ἄλλοι οἱ Τοῦρκοι πλουσιώτατοι, ἔγινε ὁ Κολοκοτρώνης καὶ οἱ ἄλλοι οἱ συγγενεῖς καὶ φίλοι πλούσιοι ἀπὸ γές, ἀργαστήρια, μύλους, σπίτια, σταφίδες καὶ ἄλλα πλούτη τῶν Τούρκων. Ὅταν ὁ Κολοκοτρώνης καὶ οἱ συντρόφοι τοῦ ἦρθαν ἀπὸ τὴν Ζάκυθο, δὲν εἶχαν οὔτε πιθαμὴ γῆς, τώρα φαίνεται τί ἔχουν. Τὸ ἴδιον καὶ εἰς τὴν Ρούμελη, Γκούρας καὶ Μαμούρης, Κριτζώτης, Γριβαῖγοι, Στάικος καὶ οἱ ἄλλοι, Τζαβελαῖγοι καὶ ἄλλοι πολλοί. Καὶ τί ζητοῦνε ἀπὸ τὸ ἔθνος; Μιλλιούνια ἀκόμα διὰ τὶς μεγάλες δούλεψες. Καὶ σὲ αὐτὰ ποτὲς δὲν ἀναπεύονται, ὅλο νόμους καὶ φατρίες διὰ τὸ καλὸ τῆς πατρίδος, ὅλο αὐτὸ πασκίζουν.” (Στρατηγού Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, Εισαγωγή).

Οι δύο αυτές εμβληματικές μορφές (και μυθοποιημένες) μιλάνε για τα κακά της διχόνοιας και κάνουν κήρυγμα υπέρ ομονοίας, αλλά το αβυσσαλέο μίσος του ενός εναντίον του άλλου βράζει από κάτω! Ως γνωστόν πρωτοπαλίκαρο του Μακρυγιάννη σκότωσε στον εμφύλιο τον γιό του Κολοκοτρώνη. Ο Μακρυγιάννης το περιγράφει χύνοντας χολή και περιφρόνηση για τους Κολοκοτρωναίους έτσι απλά:

“.. Ἐκεῖ ἄφησα τοὺς ἀνθρώπους μου, ἦταν ὁ Βάσιος ἐκεῖ. Θέλησε νὰ τοὺς πολεμήσῃ ὁ Πάνος ὁ Κολοκοτρώνης καὶ τὸν σκότωσαν. Αὐτὸ εἶναι τὸ αἷμα ὁποῦ χύθηκε Κολοκοτρωναίικον διὰ τὴν λευτεριὰ τῆς Ἑλλάδος.”

(Ο Θ. Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά αγνοεί κάθε συνεισφορά του Μακρυγιάννη στον αγώνα.)

Ελάχιστοι μπόρεσαν να δουν και να εκφράσουν τα γεγονότα που σχετίζονται με τον αγώνα της ανεξαρτησίας πέρα από μύθους, παλιούς ή νέους, συναισθηματισμούς και συμπλέγματα. Ένας από αυτούς ήταν Κωστής Παπαγιώργης, ο οποίος μέσα από τα απομνημονεύματα του κοτζαμπάση της Γορτυνίας Κανέλλου Δεληγιάννη προσπαθεί να ανασυνθέσει το πραγματικό σκηνικό του δράματος:

“Η ψευδολογία, η συκοφαντία, οι λεονταρισμοί, οι επιδείξεις εθελοτυφλίας, υστερόπρωτης φιλοπατρίας και αυτοεξύμνησης είναι τα συνήθη μέσα του Κανέλλου. Πλήν όμως το κείμενο δεν καταδικάζεται λόγω ευτέλειας. Αν και γράφει μονίμως με αρνητικά αισθήματα, ευάλωτος στο προσωπικό μίσος, η ψυχογραφία του είναι μοναδική για την εποχή. Οι προσωπικές του αδυναμίες αντιστοιχούν πλήρως στα αδιέξοδα του ξεσηκωμού. Η χολερική του ιδιοσυγκρασία τον αναδεικνύει, μαζί με πλήθος άλλους, σε άξιο τέκνο του πανεθνικού εμφυλίου, ο οποίος κατ’ ευφημισμόν βαπτίσθηκε Επανάσταση από τους ιδεολόγους ιστορικούς. ...

Τα πρόσωπα του Αγώνα, περνώντας δια πυρός και σιδήρου, σκληραγωγήθηκαν μεν, αλλά μέσα από τους φατριασμούς και τα απερίγραπτα μίση έφτασαν στο έσχατο σημείο ηθικής ευτέλειας. Αν μάλιστα υπολογίσουμε ότι όλοι λίγο πολύ είχαν την αίσθηση του αδικημένου, μπορούμε να μαντέψουμε γιατί συνήθως τα απομνημονεύματα στάζουν φαρμάκι. Η Επανάσταση εξαχρείωσε τους ανθρώπους της, έφερε τους πρωταγωνιστές σε σημεία πρωτοφανούς αγριότητας και ανθρωποβορίας, διέλυσε βάναυσα τον αόρατο ιστό που εξασφάλιζε τη συνοχή των πληθυσμών. Σαν πολύμορφος εμφύλιος διέφθειρε τις ισχύουσες αξίες...”
(Κωστή Παπαγιώργη, Κανέλλος Δεληγιάννης)