Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

έωλα, αίολα, αιόλα και άλλα τινά που, τελικά, έχουν σχέση με τους απετεώνες (και ...κουδουνίστρες;)


έωλος el.wiktionary.org/wiki
http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=214199.0
έωλος ή αίολος; έωλος

έωλος, αίολος ή αιόλος;

αίολος, -η, -ο (λόγ) αυτός που εύκολα μπορεί να ανατραπεί λογικά και κατά συνέπεια δεν είναι αξιόπιστος: με αίολες υποσχέσεις και λόγια δεν λύνονται τα προβλήματα || όλα τα επιχειρήματα του αποδείχθηκαν αίολα δεν έπεισε κανέναν ΣΥΝ αστήρικτος, αθεμελίωτος [ΕΤΥΜ < αρχ. αίολος - «ταχύς - ευμετάβλητος, άστατος», με επίδραση τού κύρ ον. Αίολος ως προς τον αναβιβασμό τού τόνου στην προπαραλήγουσα: αίόλος > αΐολος. Βλ. κ. Αιολείς].  Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γεωργίου Μπαμπινιώτη (και, νομίζω, οι κουδουνίστρες αναφέρονται στον Μπαμπινιώτη, βλ. τελευταία παράγραφο)

αίολος ή έωλος; Λείπει συνήθως από τα λεξικά –ή το συναντούμε να γράφεται εσφαλμένα και να συγχέεται με το έωλος– το συχνό σήμερα στη χρήση αίολος με τη σημασία «αιωρούμενος, στον αέρα, ευμετάβλητος, ασταθής, αστήρικτος» (για λόγια, επιχειρήματα κ τ ό.). Πρόκειται για την αρχ. λ αιόλος, που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι με την ίδια περίπου σημασία, τής οποίας ο τόνος στα Νέα Ελληνικά έχει αναβιβαστεί στην προπαραλήγουσα, προφανώς υπό την επίδραση τού ον. Αίολος, τού θεού των ανέμων, επίσης συνδεδεμένου με το ευμετάβολο τού καιρού. Διαφορετικό είναι το έωλος, επίσης αρχαίο (από το έως / ηώς «αυγή, μέρα»), το οποίο σήμαινε τον «χθεσινό» και (για τρόφιμα) τον «μη νωπό, μη φρέσκο». Πρόκειται για λόγια λέξη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σήμερα σε επίσημο, τυπικό, γραπτό λόγο αντί για το μπαγιάτικος (< τουρκ. bayat) τής καθημερινής γλώσσας.  Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γεωργίου Μπαμπινιώτη

έωλος -η -ο [éolos] Ε5 : (λόγ.) κυρίως ως χαρακτηρισμός επιχειρημάτων, σοφισμάτων κτλ. που είναι ξεπερασμένα και που κατά συνέπεια δεν έχουν ουσιαστικό περιεχόμενο, που είναι αβάσιμα. [λόγ. < αρχ. ἕωλος (αρχική σημ.: `μπαγιάτικος΄)] Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

έωλος -η, -ο επίθ. (Κ -ος, -ον) που απόμεινε από την προηγούμενη μέρα, μπαγιάτικος | (μτφ.) αυτός που δεν αντέχει σε έλεγχο, δεν ευσταθεί: έωλο επιχείρημα Μείζον ελληνικό λεξικό - Τεγόπουλος-Φυτράκης



έωλος -ο (ΑΜ ἕωλος, -ον)· 1. αυτός που απέμεινε από την προηγούμενη μέρα, χθεσινός, παλιός, μπαγιάτικος· 2. (για τρόφιμα) μπαγιάτικος, μουχλιασμένος· 3. (για αβγά) κλούβιος· || (μσν.) (για πράγματα) αυτός που καθυστέρησε· || (αρχ.) 1. (για πράξεις) παλιός, απηρχαιωμένος· 2. (συνεκδ.) ανούσιος, αηδής· 3. (για έγγραφες υποχρεώσεις) αυτός που δεν ισχύει λόγω τής παρόδου τών χρονικών προθεσμιών· 4. (για πληρωμές) καθυστερούμενος, υπόλοιπος· 5. (για χρήματα) συσσωρευμένος· 6. (για πρόσωπα) αυτός που παραμελεί και αναβάλλει την εκτέλεση ενός έργου από τη μια μέρα στην άλλη, βραδύς, άτολμος, οκνηρός· 7. αυτός που υποφέρει από τη μέθη τής προηγούμενης ημέρας· 8. (φρ.) α) «ἕωλος θρυαλλίς»· η θρυαλλίδα που έχει ανθρακωθεί και είναι έτοιμη να σβήσει· β) «τῶν γάμων... τὴν ἕωλον ἡμέραν»· την επομένη τού γάμου· γ) «ἕωλος προθυμία»· καθυστερημένη προθυμία· δ) «πρόσφατον καὶ νέον ὕδωρ τὸ ὑόμενον, ἕωλον δὲ καὶ παλαιὸν τὸ λιμναῑον»· φρέσκο και νέο νερό είναι το νερό τής βροχής, ενώ μπαγιάτικο και παλιό αυτό που λιμνάζει (Αριστοτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἕως (II) + επίθημα -λος*]. Πάπυρος – Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας

ἕωλος, ον (prob. from ἕως (A), ἠώς), A a day old, kept till the morrow, stale, of bread, Hp.Aff.52, Antyll. ap. Orib.4.11.2; of meat and fish, ἕωλοι κείμενοι δύ' ἡμέρας ἢ τρεῖς Antiph.161.6; αὔριον ἕωλον τοῦτ' ἔχων [τὸ τέμαχος] Axionic.6.15; πρόσφατον καὶ νέον ὕδωρ τὸ ὑόμενον, ἕ. δὲ καὶ παλαιὸντὸ λιμναῖον Arist.Fr.215; ἕ. νεκρός Luc.Cat.18; ἕ. ἡμέρα the day after a feast, esp. after a wedding, when the scraps were eaten, Axionic.8.6; ἕ. θρυαλλίς a stinking wick (after the lamp has been blown out), Luc.Tim.2. 2 of actions, etc., stale, out of date, τἀδικήμαθ' ἕ. . . ὡς ὑμᾶς καὶ ψύχρ' ἀφικνεῖται D.21.112; ῥαψῳδίαι, πράγματα, Plu.2.514c, 674 f; ἕωλόν ἐστι τὸ λέγειν ib. 777b, cf.Luc.Pseudol.5; δόξα J.BJ4.6.2 (Comp.); σοφισμάτια Porph.Abst.1.3; old-fashioned, φιλοτιμία prob. in Phld.D.1.1; later, of legal instruments, out-ofdate, expired, γράμμα PSI5.452.22 (iv A. D.), cf. PLond.1.77.60 (vi A. D.); of payments, in arrear, Sammelb.1093.3, 1090.5 (ii A. D.). 3 of money, lying without use, hoarded, Philetaer.7.7. 4 of persons, coming a day too late, Plu.Nic.21<*>; of things, belated, προθυμία Procop.Goth.4.23. 5 on the day after a debauch, i. e. suffering from its effects, Plu.2.128d; ἕ. ταῖς μνήμαις ib.611f. Liddell, Scott, Jones Ancient Greek Lexicon (LSJ) αἰόλος - Ancient Greek - English Dictionary (LSJ)

ἕωλος, ον, (πιθ. ἐκ τοῦ ἕως, ἠώς) μιᾶς ἡμέρας, παλαιός, ὁ μείνας μέχρι τῆς αὔριον, ἐπὶ κρέατος καὶ ἰχθύων, παλαιός, ἀντίθετον τῷ πρόσφατος, σήπονθ’ ἕωλοι κείμενοι δύ’ ἡμέρας ἢ τρεῖς Ἀντιφάνης ἐν «Μοιχοῖς» 1. 6· αὔριον ἕωλον τοῦτ’ ἔχων τὸ τέμαχος οὐκ ἄχθομαι Ἀξιόνικος ἐν «Χαλκιδικῷ» 1. 15· οὕτω, πρόσφατόν ἐστι καὶ νέον ὕδωρ τὸ ὑόμενον, ἕωλον δὲ καὶ παλαιὸν τὸ λιμναῖον Ἀριστ. Ἀποσπ. 207· ἀδικεῖς, ὦ Χάρων, ἕωλον ἤδη νεκρὸν ἀπολιμπάνων Λουκ. Κατάπλ. 18· - ἡ ἕωλος ἡμέρα, ἡ μετὰ τὴν εὐωχίαν ἡμέρα, ἰδίως ἡ μετὰ τοὺς γάμους, ὁπότε τὰ λείψανα τοῦ τῆς προτεραίας συμποσίου ἐτρώγοντο, Ἀξιόνικος ἐν «Χαλκιδικῷ» 2· ἕωλος θρυαλλίς, ἡ πλησιάζουσα νὰ σβεσθῇ ἐκ τῆς παλαιότητος, θᾶττον γοῦν τῶν ἐπιορκεὶν τις ἐπιχειρούντων ἕωλον θρυαλλίδα φοβηθείη ἂν ἢ τὴν τοῦ πανδαμάτορος κεραυνοῦ φλόγα Λουκ. Τίμ. 2. 2) ἐπὶ πράξεων, παλαιός, ἀπηρχαιωμένος, «σκωριασμένος», τἀδικήματα ἕωλα... εἰς ἡμᾶς καὶ ψυχρὰ ἀφικνεῖται Δημ. 551. 13· ῥαψῳδίαι, πράγματα Πλούτ. 2. 514C, 674F· ἕωλόν ἐστι τὸ λέγειν 777Β, πρβλ. Λουκ. Ψευδολογιστ. 5. 3) ἐπὶ χρημάτων, ὁ κείμενος ἄχρηστος, ἐπισεσωρευμένος, περίεργόν ἐστιν ἀποκεῖσθαι πάνυ ἕωλον ἔνδον ἀργύριον Φιλέταιρος ἐν «Κυναγίδι, 2. 10. 4) ἐπὶ ἀνθρώπων, ὁ παραμελῶν τι καὶ ἀναβάλλων ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, βραδύς, ἄτολμος, Πλουτ. Νικ. 21· ἀλλ ὡσαύτως, ὁ κραιπαλῶν τὴν ὑστεραίαν μέθης, Λατιν. hesternus, εἰ μὴ ναυτιώδης, μηδὲ θολερός, μηδὲ ἕωλος, μηδὲ τεταραγμένος ὁ αὐτ. 2. 128Ε· ἕωλος ταῖς μνήμαις αὐτόθι 611Ε. Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης Liddell – Scott – Jones, Α. Κωνσταντινίδου (1904)

Aίολος ο [éolos] Ο19 : ο θεός των ανέμων στους αρχαίους Έλληνες, στη ΦΡ ανοίγω τους ασκούς* του Aιόλου. [λόγ. < αρχ. Aἴολος] Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

Αίολος [éolos] ο, Gr myth Aeolus ① son of Hellen, chief of the Aeolian tribe, 1st king of Thessaly ② king and god of the winds: poem δεν ήταν αίνιγμα που να μη σβήνη πια, που να μη γίνεται | καπνός σε στόμα Aιόλου (Elytis) [fr AG] Ελληνοαγγλικό Λεξικό Γεωργακά

αιόλος αἰόλος, -η, -ον και -ος, -ον (Α)· 1. γρήγορος, ευκίνητος, σβέλτος, ορμητικός· 2. (για ερπετά) αυτός που ελίσσεται, που κινείται στριφογυρίζοντας, έρποντας· 3. (ως επίθ. εξαρτημάτων πανοπλίας) λαμπερός, αστραφτερός· 4. αυτός που αλλάζει εύκολα όψη ή χρώμα· 5. ποικιλόχρωμος, στικτός, κατάστικτος, πλουμιστός· 6. (για το δέρμα τού σώματος) αυτός που έχασε το χρώμα του εξαιτίας αρρώστιας· 7. ευμετάβολος, άστατος, πολυκύμαντος· 8. δόλιος, ύπουλος, πανούργος· 9. στη Μυκην. η λ. αναφέρεται σε βόδια με τη σημασία «λαμπερόχρωμος», «πολύχρωμος» ai-wo-ro. [ΕΤΥΜΟΛ. Ποιητική λέξη, αβέβαιης ετυμολογίας. Προέρχεται πιθ. από τ. *(F)aἰ-Fόλος -με ανομοιωτική αποβολή τού αρκτικού F- που άγεται σε ΙΕ ρίζα *wel- «κυλίω, στρέφω, γυρίζω» (πρβλ. και εἰλέω «ελίσσω, τυλίγω»). Κατ’ άλλους, η λ. συνδέεται με την ΙΕ ρίζα *aiw- που σημαίνει τη «ζωτική δύναμη» (πρβλ. ελλην. αἰFών «ζωή», αρχ. ινδ. āya- «ζωτική δύναμη, ζωή»), ενώ σύμφωνα με άλλη άποψη σχετίζεται με τη λ. αἰέλουρος*, που προϋποθέτει τ. *αἰελος απ’ όπου θα μπορούσε να προέλθει το αἰόλος με αφομοίωση τού ε σε ο. Η αρχική σημ. τής λ., όπως απαντά στον Όμηρο, ήταν «ταχύς, γρήγορος» και χαρακτήριζε έντομα, ερπετά ή ζώα. Δήλωνε ακόμη τη «σπινθηροβόλο λάμψη» τών όπλων και τών μεταλλικών αντικειμένων γενικότερα. Οι ίδιες σημασίες («γρήγορος, ταχύς» και «λαμπρός, γυαλιστερός» για βόδια) σώζονται από τη Μυκηναϊκή (ai-wo-ro = aἰFόλoς), ενώ αργότερα (μετά τον Όμηρο και ιδίως σε μεταγενέστερους ποιητές) η λ. αἰόλος εξελίσσεται στη σημ. τού «κατάστικτου, πλουμιστού, ποικίλου» (πρβλ. και τη σημασιολ. εξέλιξη τού ποικίλος). Με υποχωρητική κίνηση τού τόνου στην προπαραλήγουσα πλάστηκε η λ. Αἴολος, ονομασία τού βασιλιά τών ανέμων και μυθικού ποογόνου τών Αιολέων. Η ονομασία Αἴολος δήλωνε πιθ. αρχικά τον «γρήγορο, ορμητικό άνεμο», σημασία στην οποία ανάγεται πιθ. και η ονομασία τών Αἰολέων, που, κατ’ άλλους, ξεκίνησε από τη σημασία τού «ποικίλος, ανάμικτος» (λαός). Τέλος, η λ. αἰόλος εμφανίζεται συχνά ως α΄ και ως β΄ συνθετικό μιας σειράς συνθέτων από το περίφημο κορυθαίολος (τού ομηρικού Έκτορα) μέχρι τα αἰολόμητις και αἰολόστομος τών τραγικών κ.ά. ΠΑΡ. (αρχ.) αἰολάομαι, αἰολίζω (Ι), αἰολίας, αἰόλλω, αἰολῶ. ΣΥΝΘ. (αρχ.) αἰολόβουλος, αἰολοβρόντης, αἰολόδακρυς, αἰολόδειρος, αἰολόδερμος, αἰολόδωρος, αἰολοθώρηξ, αἰολόμητις, αἰολομίτρης, αἰολόμολπος, αἰολόμορφος, αἰολόνωτος, αἰολόπρυμνος, αἰολοπτέρυξ, αἰολόπωλος, αἰολοσκόπος, αἰολόστομος, αἰολόφοιτος, αἰολόφυλος, αἰολόφωνος, αἰολόχρως· (μσν.) αἰολόμυθος, αἰολόπεπλος, αἰολοχαίτης (νεοελλ.) αιολοδείκτης, αιολόσωμα Πάπυρος – Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας

αἰόλος, η, ον, (ος, ον Arist.Pr., v. infr.) A quick-moving, nimble, πόδας αἰόλος ἵππος Il.19.404; αἰόλαι εὐλαί wriggling worms, 22.509; σφῆκες μέσον αἰ. 12.167; ὄφις ib.208; οἶστρος Od.22.300, cf. Achae.48. 2 as epith. of armour, glittering, τεύχεα Il.5.295; σάκος 7.222, 16.107; κνώδων S.Aj.1025:—generally, changeful of hue, sheeny, δράκων Id.Tr.11; αἰόλα νύξ star-spangled night, ib.94 (lyr.); αἰ. πυρὸς κάσις smoke flushed by fire-light, A.Th.494; κύων αἰ. speckled, Call.Dian.91, etc.; αἰόλα σάρξ discoloured, S.Ph.1157 (lyr.); ὀφθαλμοί Adam.1.8, cf. 11. II metaph., 1 chequered, αἰόλ' ἀνθρώπων κακά A.Supp.328; changeful, ἰαχή E.Ion 499 (lyr.); χορεία Ar.Ra.248 (lyr.); νόμος Tclest.2; αἰόλα φωνέων Theoc.16.44; αἰόλοι ἡμέραι changeable days, Arist.Pr.941b24. 2 shifty, slippery, ἔπος Sol.11.7; ψεῦδος Pi.N. 8.25; κέρδεσσι B.14.57; μηχάνημα λυγκὸς αἰολώτερον Trag.Adesp. 349.—Chiefly poet. B proparox. Αἴολος, ου, ὁ, the lord of the winds, properly the Rapid or the Changeable, Od., etc. 2 name of a kind of σκάρος, Nic. Thyat. ap. Ath.7.320c. 3 Pythag., = 4, or ἐνιαυτός, Theol.Ar.22. Liddell, Scott, Jones Ancient Greek Lexicon (LSJ)

αἰόλος, η, ον, ταχέως κινούμενος, εὐκίνητος, ὁρμητικός, Λατ. agilis· πόδας αἴολος ἵππος, Ἰλ. Τ. 404: αἰόλαι εὐλαί = ἀναπηδῶντες μικροὶ σκώληκες (ὡς οἱ τοῦ τυροῦ), Χ. 509· - σφῆκες μέσον αἰόλοι, Μ.167· αἰόλον ὄφιν, αὐτόθι 208: αἰόλος οἶστρος, Ὀδ. Χ. 300. 2) ἀλλαχοῦ παρ’ Ὁμ. ὡς ἐπιθ. τοῦ ὁπλισμοῦ: τεύχεα, Ἰλ. Ε. 295· σάκος, Η. 222., Π. 107 (πρβλ. Σοφ. Αἴ. 1025), ἔνθα οἱ πλεῖστοι τῶν κριτικῶν ἑρμηνεύουσι τὴν λέξ. κατὰ τὴν ΙΙ σημασίαν, ἀλλ’ ὁ Βουττμ. (Λεξίλ. ἐν λέξ.) ἑρμηνεύει: ὁ κινούμενος μετὰ τοῦ σώματος, εὐκόλως κινούμενος, εὐμεταχείριστος, Λατ. habilis: - ὥστε ἡ Ὁμ. ἔννοια τῆς λέξεως περιορίζεται εἰς τὴν τῆς ταχείας κινήσεως, πρβλ. αἰόλλω, ἂν καὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ τις ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη εὐκόλως μεταβαίνει εἰς τὴν τῆς ταχείας λάμψεως, τοῦ ἀπαστράπτοντως· (πρβλ. ἀργός Ι): ἡ αὐτὴ ἀμφιβολία ὑπάρχει καὶ ἐν τοῖς συνθέτοις αἰολοθώρηξ, -μίτρης. ΙΙ. μεθ’ Ὅμ., ἀναμφιβόλως: ὁ τὸ χρῶμα μεταβάλλων, ἀπαστράπτων, στίλβων (ὡς ἡ στιλπνὴ μέταξα), δράκων, Σοφ. Τρ. 12. 2) ποικίλος, στικτός, αἰόλα νύξ, κατάστικτος ἐξ ἀστέρων, (πρβλ. Κικ. caelum astris distinctum), αὐτόθι 94· πρβλ. αἰολόχρως, ὁ Αἰσχύλ. ἐν Θ. 494 καλεῖ τὸν ὑπὸ τῆς φλογὸς τοῦ πυρὸς ἀναλάμποντα καπνὸν αἰόλην πυρὸς κάσιν; κύων αἰ. = στιγμάτων πλήρης, Καλλ. Ἄρτ. 91, κτλ.· αἰόλα σάρξ = ἄχρους καταστᾶσα ἐκ νόσου, Σοφ. Φ. 1157. ΙΙΙ. μεταφ., 1) εὐμετάβολος, εὐκίνητος, ἄστατος· αἰολ’ ἀνθρώπων κακά, Αἰσχυλ. Ἱκ. 327· ἐπὶ ἤχων· ἰαχή, Εὐρ. Ἴων 499· πρβ. Ἀριστοφ. Βάτρ. 248· αἰόλοι ἡμέραι = εὐμετάβολοι ἡμέραι, Ἀριστ. Προβλ. 26. 13, 1 (τὸ μόνον χωρίον, ἔνθα εἶνε γνωστὸν ὅτι ἀπαντᾷ ἡ λέξις ἐν Ἀττ. πεζογράφ. ἢ ὅτι ἔχει τὸ θηλ. εἰς -ος). Πρβλ. αἰολόμητις, -στομος, κτλ. 2) εὐκίνητος, ἄστατος, δόλιος, πανοῦργος, ὀλισθηρός, ἔπος, Σόλ. 11· ψεῦδος, Πινδ. Ν. 8. 43· μηχάνημα, Ποιητ. παρὰ Πλουτ. 2. 16.D. - Πρβλ. ποικίλος, ὅπερ εἶνε ἐν χρήσει ἐν ὁμοίᾳ ποικιλίᾳ ἐννοιῶν καὶ ἔχει ἰδιάζοντα τονισμόν. Β. ὡς κύρ. ὄνομα προπαροξ. Αἴολος, ου, ὁ θεὸς τῶν ἀνέμων, κυρίως ὁ ὁρμητικὸς ἢ εὐμετάβλητος, Ὀδ., καὶ ἀλλ. [ Ἡ παραλήγουσα ἐκτείνεται ἐν τῇ γεν. Αἰόλου μεγαλήτορος, χάριν τοῦ μέτρ., Ὀδ. Κ. 36.] Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης Liddell – Scott – Jones, Α. Κωνσταντινίδου (1904)

Ο Αίολος, στην ελληνική μυθολογία, ήταν ο θεός των ανέμων. Ο Αίολος κρατούσε τους ανέμους μέσα στον ασκό του και τους άφηνε μετά από εντολή του Δία, ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Άρνης ή κατά άλλους του Ιπποτάδη και ζούσε σε ένα νησί την Αιολία, με χάλκινα τείχη. Το νησί αυτό πιστευόταν ότι ήταν ήταν η Στρογγύλη, το σημερινό Στρόμπολι , εξ' ου κι η ονομασία Αιολίδες Νήσοι για τα σύμπλεγμα που ανήκει το Στρόμπολι. Αίολος - Βικιπαίδεια Βλέπε και εδώ: Γιάννης Η. Χάρης: γιορταστικό μενού Μπαμπινιώτη, δεύτερο πιάτο http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=5645.msg35073#msg35073

Το καινούριο λόγιο κοκαλάκι, το καινούριο κοσκινάκι, γραμματικοσυντακτικό, λεξιλογικό, ορθογραφικό –το «αίολος» αντί έωλος, καληώρα, που αρκεί να τους το παίξει κουδουνίστρα μπρος στα μάτια τους το λεξικό Louis Vuitton, και παθαίνουν αλλεπάλληλους οργασμούς: δεν πά’ να βρίσκεις (βρίσκουν όμως;) δεκάδες λήμματα, αν π.χ. ανοίξεις (ανοίγουν όμως;) το περίφημο και προσιτότατο σήμερα βοήθημα Thesaurus Linguae Graecae (TLG), όπου Ιωάννης Χρυσόστομος, Φώτιος, Σούδα, Επιφάνιος, πανστρατιά, δίνουν με εω- όχι μόνο τον «μπαγιάτικο» αλλά και τον «αστήρικτο»: έωλος λόγος, έωλος υπόθεσις, έωλος η του διαβόλου επιβουλή, έωλον και αναπόδεικτον, έωλος η συκοφαντία κτλ. Γιάννης Η. Χάρης: Νέα από το χώρο της μόδας

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...


Ένας σκληρά πολυσύνθετος κόσμος, κρυμμένος κάτω από λογιστικές "θαυματουργίες", σταθμίζεται και κρίνεται καλλίτερα με αντίστοιχη ποικιλία σκεπτικών αντιστοιχιών, αλλιώς... ξέφυγε.
Αυτής των σύνθετων νοητικών σχημάτων που χρήζουν έτσι και μεγάλης λεκτικής φαρέτρας.
Προσέγγιση στην πραγματικότητα με ισχυρά εργαλεία όχι μόνον γνώσης, αλλά και επίγνωσης.
Ο απο-δεικτικός έλεγχος, το αρχαίο λογικό κληροδότημα.

"Τα όρια του κόσμου μου είναι τα όρια της γλώσσας μου".
Ψιλά γράμματα στους μονοσήμαντους καιρούς μας.

Χαιρετώ.