Το συμπέρασμα ήταν ότι τα αιολικά από μόνα τους, όπως τα χρησιμοποιεί η Γερμανία -- χωρίς αντλησιοταμιεύσεις, χωρίς έξυπνα δίκτυα, αλλά μόνο με παράλληλη μεταβλητή λειτουργία των συμβατικών μονάδων λιθάνθρακα και λιγνίτη και απορρίψεις σε γείτονες -- είναι καθ' εαυτά, μόνο οριακά "ενεργειακά βιώσιμα" και γίνονται "μη ενεργειακά βιώσιμα" όταν ληφθεί υπ' όψη το ενεργειακό κόστος της προσπάθειας ενσωμάτωσης με αποθηκεύσεις και άλλα "κόλπα" που διαφημίζουν οι αιολικοί παπαγάλοι. Και ότι το κόστος ενσωμάτωσης της μεταβλητότητας των ΑΠΕ, εύκολα διπλασιάζει το φαινομενικό κόστος των ΑΠΕ. Και εκ του αποτελέσματος στην Γερμανία, με την ενσωμάτωση πολλών ΑΠΕ, με μεταβλητή λειτουργία των συμβατικών μονάδων, α) έχει πράγματι υπερδιπλασιαστεί το κόστος του ρεύματος, χωρίς β) να έχει μειωθεί η χρήση ορυκτών καυσίμων στην ηλεκτροπαραγωγή, όπως αυτή απεικονίζεται από τις σχετικές εκπομπές CO2. Και αυτά δεν είναι "απόψεις", είναι αδιαμφισβήτητα και επίσημα δημοσιευμένα στοιχεία.
Αλλά ας δούμε λίγο το κόστος, όπως αυτό παρουσιάζεται στις παρακάτω πηγέ:
http://www.ise.fraunhofer.de/en/publications/veroeffentlichungen-pdf-dateien-en/studien-und-konzeptpapiere/study-levelized-cost-of-electricity-renewable-energies.pdf
https://www.eia.gov/outlooks/aeo/pdf/0383(2017).pdf
https://en.wikipedia.org/wiki/Cost_of_electricity_by_source
Αν οι λεπτομέρειες του παραπάνω γραφήματος θέλουν επικαιροποίηση μετά 13 χρόνια, η ουσία παραμένει: Η απλή ηλεκτροπαραγωγή από κάρβουνο είναι φθηνή. Η ηλεκτροπαραγωγή από κάρβουνο γίνεται ακριβή μόνο με φόρο άνθρακα και με εξεζητημένους περιορισμούς. Η παραδοχή για φόρο £30 (ή €30) τον τόνο για CO2 δεν επέζησε και δεν αντέχεται (αφού από μόνη της διπλασιάζει το κόστος!) η δε θεωρία περί "συλλογής του CO2 στην ηλεκτροπαραγωγή είναι εξωπραγματικά ακριβή. Το δε ρεύμα από αιολικά και άλλες μη κατανεμόμενες ΑΠΕ δεν είναι φθηνό, ιδίως με το κόστος διαχείρισης της κουτουρού μεταβλητότητας -- αλλά αυτό είναι και το θέμα μας.
Το κόστος του ρεύματος είναι σχετικά απλό, και ταυτόχρονα εξαιρετικά πολύπλοκο θέμα και παράλληλα προσφέρεται για χοντρή κοροϊδία, αν θέλει κάποιος να κοροϊδέψει. Περισσότερα για την κοροϊδία, στο τέλος.
Το κόστος του ρεύματος είναι απλό, επειδή υπάρχουν δημοσιευμένα στοιχεία της τιμής που πληρώνουν οι καταναλωτές και η βιομηχανία στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ, στον Καναδά και στην Αυστραλία. Όπως επίσης και στοιχεία για το πόσα αιολικά και άλλες ΑΠΕ έχει ο καθένας τους. Από χώρες της Ευρώπης πχ, προκύπτει το πανεύκολο συμπέρασμα ότι οι χώρες με τις πολλές ΑΠΕ έχουν το ακριβότερο κόστος ρεύματος. Γιατί; 1) Οι ακριβές ταρίφες, είτε χρειάζεται το κουτουρού ρεύμα είτε όχι, και 2) το κόστος ενσωμάτωσης του κουτουρού ρεύματος και το κόστος "εξαγωγών" του κουτουρού ρεύματος...
Το γράφημα πάνω αριστερά (από εδώ) είναι από τα σοβαρότερα αφού δείχνει την συσχέτιση τιμών από την Eurostat με δημοσιευμένα στοιχεία για την "συμμετοχή" των ΑΠΕ (πήν Υ/Η) στην ηλεκτροδότηση κάθε χώρα. Οι χώρες που έχουν υδροηλεκτρικά, οι χώρες που καίνε κάρβουνο και η πυρηνική Γαλλία έχουν το φθηνό ρεύμα. Δεν είναι τυχαίο ότι το κάρβουνο, τα πυρηνικά, τα υδροηλεκτρικά και το αέριο, όπου είναι φθηνό, είναι αυτά που ηλεκτροδοτούν τον ...πλανήτη.
Το κόστος του ρεύματος γίνεται πολύπλοκο, επειδή το σημερινό κόστος με σημερινές υφιστάμενες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής δεν είναι αναγκαστικά το ίδιο με το κόστος για νέες μονάδες -- με πιο κραυγαλέο παράδειγμα αυτό των πυρηνικών που σήμερα μεν παράγουν το πιο φθηνό ρεύμα, αλλά με κόστος αντικατάστασης που είναι σοβαρότερο πρόβλημα από το κόστος διαχείρισης αναλωμένων πυρηνικών υλικών. Και αυτό το κόστος αντικατάστασης συμβατικών μονάδων γίνεται αφορμή για το επιχείρημα "ορίστε, οι ΑΠΕ μπορούν τώρα να είναι φθηνότερες". Το επιχείρημα είναι βέβαια από απλοϊκό έως βλακώδες. Μπορεί 1 αιολικό μεγαβάτ να είναι σήμερα φθηνότερο από το 1/1.000 των 1.000 πυρηνικών μεγαβάτ μιας πυρηνικής μονάδας σε 3 χρόνια, αλλά ποτέ δεν μπορούν 1.000 ή 100.000 αιολικά μεγαβάτ, έστω και δωρεάν να υποκαταστήσουν μία πυρηνική (ή ανθρακική) μονάδα 1.000 κατανεμόμενων μεγαβάτ.
Το κόστος του ρεύματος (€ ή $ ανά κιλοβατώρα) περιλαμβάνει, κατ' ελάχιστον, το κόστος κεφαλαίου, το κόστος κατασκευής, κόστος γης, επιτόκια, το κόστος λειτουργίας, το κόστος καυσίμων, συμβατικούς φόρους, περίεργους φόρους, επιδοτήσεις, αποσβέσεις που τελικά ήταν μάλλον χαμηλές (ή φαγώθηκαν), εντοπιότητες κλπ. Συν: παραδοχές για χρόνο ζωής, συνθήκες λειτουργίας, διαθεσιμότητα κλπ. Υπάρχει ένας υπολογισμός που κοιτάει όλες αυτές τις παραμέτρους και υπολογίζει το σταθμισμένο κόστος του ρεύματος, ή LCOE. Αλλά και αυτό διαφέρει ανα περιοχή ή μελετητή -- και λογικό, αφού τα διάφορα παραπάνω συστατικά του κόστους δεν είναι παντού τα ίδια.
Με τα αιολικά βέβαια, το κόστος του ρεύματος από αυτά είναι απλό: Είναι η ταρίφα που πληρώνονται, υποχρεωτικά, εγγυημένα και κατά προτεραιότητα, από τους καταναλωτές, συν οι άλλες διάφορες επιδοτήσεις που εισπράττουν από φορολογούμενους γενικά. Συν τα κόστη συνοδών έργων που δεν εμφανίζονται σαν έξοδα αιολικών. Η δε ταρίφα, δεν έχει κάτι μαγικό, είναι απλά το ποσό που χρειάζεται για να εξυπηρετείται το αρχικό δάνειο αγοράς, συν να καλύπτονται λειτουργικά έξοδα και να μένει ένα κέρδος. Χωρίς αυτόν τον μηχανισμό αναγκαστικών επιδοτήσεων και υποχρεωτικών ποσοστόσεων, δεν υπάρχουν αιολικά. Δεν υπάρχει "ελεύθερη τιμή αγοράς" για το αιολικό ρεύμα. Κανείς δεν θα αγόραζε κουτουρού μεταβλητό ρεύμα, αν δεν ήταν υποχρεωτικό. Ωστόσο, παίζω και εγώ το παιχνίδι και παρουσιάζω το "κόστος" σαν να είναι προϊόν "επιλογής", όπως υπολογίζεται στις διάφορες παραπομπές που αναφέρω LCOE και για αιολικά.
Μια καλή εισαγωγή στο LCOE είναι στην Wikipedia και η παρακάτω είναι από την Γερμανική Fraunhofer που μάλλον έχει πρωτογενή εμπειρία στο θέμα:
Ακόμα και χωρίς να ληφθεί υπ' όψη η μεταβλητή, διαλείπουσα, κουτουρού, πείτε την ό,τι θέλετε, λειτουργία των αιολικών, και το κόστος της, το ρεύμα από λιγνίτη παραμένει το φθηνότερο και το πυρηνικό αποσιωπάται για κάποιον αόρατο λόγο. Το δε κόστος αιολικών της Fraunhofer συγκρίνεται με το 0,09 που πληρώνουμε εμείς, συν τα διάφορα τέλη διασύνδεσης, παροχή γης κλπ. Το LCOE δεν υπολογίζει την διαφορά μεταξύ "κατανεμόμενης" και "μη κατανεμόμενης" ηλεκτροπαραγωγής και για αυτό το LCOE είναι μέτρο σύγκρισης κατανεμόμενων μονάδων. Το LCOE υποεκτιμά σοβαρά το κόστος των μη κατανεμόμενων μονάδων και τα διάφορα πρόσθετα τέλη είναι μέρος μόνο του πρόσθετου κόστους.






































